Blue Hill – New York

Έχω μια μεγάλη αδυναμία, πέραν της οικογένειάς μου, του ετέρου ημίσεος και του σκύλου μου. Το φαγητό. Σε όλες του τις εκφάνσεις. Προσιτό, ακριβό, εκλεπτυσμένο ή ρουστίκ, του δρόμου, της γιαγιάς. Τρελαίνομαι να δοκιμάζω και ο ενθουσιασμός μου μπορεί να συγκριθεί μόνο με τη λαχτάρα μικρού (ή όχι) παιδιού μπροστά στο πρώτο παγωτό της χρονιάς. Εγώ όμως δεν τρώω παγωτά…  Ας πούμε τότε μπροστά στην πρώτη burrata της χρονιάς για να είμαι απολύτως αξιόπιστη.

Η αδυναμία μου αυτή πολλαπλώς συνδυάζεται με τους βασικούς ταξιδιωτικούς στόχους κάθε χρονιάς. Κάθε προορισμός είναι αλληλένδετος με τις απολαύσεις, που δύναται να προσφέρει. Το φαγητό δηλαδή, γιατί απόλαυση σαν το φαγητό δεν έχω άλλη. Θέλω να δοκιμάζω τα πάντα και σαν καλό λαγωνικό συνήθως δεν απογοητεύομαι. Μες τις δοκιμές αυτές είθισται να βρίσκεται ένα καλό εστιατόριο. Πολλές φορές η οργάνωση ενός ταξιδιού ξεκινά από την κράτηση στο εστιατόριο. Άλλες όχι. Μη με κρίνεις. Κάτι παρεμφερές θα έχεις κάνει κι εσύ. Τι, όχι; Τότε δείξε κατανόηση.

Κι έτσι έχω το black book με τη δική μου αλλόκοτη και μαγική λίστα του Σίντλερ. Ή του Michelin. Ή του Chef’s Table. Μια λίστα με εστιατόρια που επιθυμώ να διασώσω από τον αφανισμό (superhero mode on) προσδοκώ να προλάβω να δοκιμάσω (για σένα μιλώ El Bulli) χαίρομαι να διαγράφω από τη λίστα αυτή για να μην τρομάζει ο Άη Βασίλης κάθε χρόνο στην ηλικία του. Μια λίστα που μονίμως αυξάνεται παρά μειώνεται αλλά that’s how we roll.

Η Νέα Υόρκη δε θα μπορούσε να απουσιάζει από την περιώνυμη λίστα με πολυάριθμες καταχωρήσεις. Κλήθηκα να πάρω μια δύσκολη απόφαση. Αισθάνθηκα σαν τη Σόφι, που καλείται να επιλέξει το αγαπημένο της παιδί. Αλλά έσφιξα τα δόντια, καταλαβαίνετε. Και επέλεξα μόνο, τονίζω, μόνο τέσσερα εστιατόρια, για τα οποία -πλην ενός- θα γράψω ξεχωριστά άρθρα. Αυτό το ένα με πλήγωσε, γι’ αυτό του αξίζει εδώ μια μικρή αναφορά. Ήταν το Eleven Madison Park, το καλύτερο εστιατόριο στον κόσμο για το 2017, το οποίο -ακούσατε ακούσατε!- ήταν κλειστό εκείνον τον καιρό για ένα μήνα για ανακαίνιση. Θα ήθελα να μπορούσα να παρατείνω τη διαμονή μας για ένα μήνα αλλά φευ…

Όμως παρηγορήθηκα υπερεπαρκώς από τα υπόλοιπα τρία ξεκινώντας από αυτή τη νέα μεγάλη αγάπη, που λέγεται Blue Hill υπό τη μαεστρική κουτάλα του μαγίστρου και επίμονου κηπουρού Dan Barber. Το εστιατόριο ήσυχο και μαγικό, κατεβαίνεις τρία σκαλιά από επίπεδο του δρόμου, unassuming όπως λέμε οι connoisseurs. Η εξυπηρέτηση ενός διαφορετικού επιπέδου, ήρεμη, καθολική. Επιλέξαμε το Daily Menu με κόστος 95 δολάρια το άτομο για τέσσερα πιάτα. Η φιάλη του κρασιού Σικελική, έρμαιο των αδυναμιών μας και οι δύο, ένα γεμάτο Catarratto Bianco Lucido. Ούτως ή άλλως οι φίλοι μας Νεοϋορκέζοι διατηρούν λίστες με σαφώς περισσότερα ευρωπαϊκά κρασιά παρά ιθαγενή από άποψη. Ή από πίκα/φούρκα/πείσμα για την Καλιφόρνια.

Η πρώτη ύλη του εστιατορίου έρχεται από την ιδιόκτητη φάρμα, στην οποία βρίσκεται πια και το δεύτερο εστιατόριο Blue Hill at Stone Barns. Επιλέξαμε διαφορετικά πιάτα ώστε να δοκιμάσουμε ολόκληρο τον κατάλογο, ο οποίος είχε δυο επιλογές σε σαλάτα, δυο επιλογές σε πρώτο πιάτο, τρεις επιλογές σε κυρίως πιάτο και επιδόρπιο. Οι φωτογραφίες μας δε χαίρουν υψηλής ποιότητας λόγω του χαμηλού φωτισμού. Η εξυπηρέτηση ήσυχη αλλά πανέτοιμη να δώσει χείρα βοηθείας ή να φέρει ένα τεράστιο μίσχο ηλίανθου στο τραπέζι.

Μας κέρδισαν εξ αρχής με τα amuse bouche με foie gras και αφυδατωμένη σοκολάτα. Τα τέσσερα πιάτα, που ακολούθησαν στη συνέχεια, ήταν η καλύτερη αυτοτελής σειρά με τόσο λίγα επεισόδια. Η σαλάτα και το πρώτο πιάτο ήταν το καλύτερο πρελούδιο λαχανικών για το κυρίως πιάτο της πρωτεΐνης. Το κοτόπουλο και το χοιρινό εξαιρετικά. Η ποσότητα δε ήταν ικανή (για να χορτάσει ο Μ.) για τους κατάφωρα αγωνιώντες!

Η εμπειρία ήταν εντυπωσιακή και θαυμάσια χωρίς να είναι ‘βαρύτιμη’ και ελιτίστικα φορτισμένη. Τα λαχανικά μαγικές εκρήξεις γεύσης, που έκλεβαν την παράσταση και μας ανάγκαζαν σε συνεχείς ενθουσιώδεις μορφασμούς δίνοντας το στίγμα της μεσογειακής μας καταγωγής. Ρυτίδες έκφρασης από τα πλατιά χαμόγελα και την απόλαυση. Μακάρι να είναι πάντα έτσι.