Pizzo e Pizzo – Palermo

Ο Ντον Αντόνιο Κρότσε πάντα έλεγε ότι το μεσημέρι στο Παλέρμο το καταλαβαίνεις όχι από την θέση του ήλιου αλλά από τον ιδρώτα στο μέτωπό σου. Δεν είναι τόσο η ζέστη, που σε αυτή τη πόλη κάνει τη ζωή ανυπόφορη, όσο η υγρασία. Μερικές φορές ακόμα και οι ίδιος, γεννημένος Σικελός που δεν ένιωθε άνετα να περάσει ούτε καν μέχρι το Ρέτζιο, απορεί πως γίνεται και τόσους αιώνες Έλληνες, Ρωμαίοι, Γάλλοι, Νορμανδοί, Μαυριτανοί και Βίκινγκς κατάφεραν να αντέξουν αυτή την καταραμένη υγρασία. Είναι η γη και τα προϊόντα της, συνήθιζε να απαντά ο Φλόριο.

Ο Ντον Κρότσε αν και πλησίαζε τα πενήντα είχε χέρια μαλακά σαν μικρού κοριτσιού. Πολλές φορές ο παιδικός του φίλος τον πείραζε και του έλεγε πως το πιο σκληρό αντικείμενο που έχει πιάσει στην ζωή του είναι το πιρούνι του. Τότε ο Ντον συνήθιζε να γελά δυνατά και να του απαντά πως εκείνος έχει δουλέψει στη γη και στον ήλιο του νησιού τους αρκετά και για τους δύο. Κάποιος πρέπει να καταναλώσει όλα αυτά τα υπέροχα προϊόντα.

-Φλόριο, πόσες μέρες έχεις να φας κρέας, αδερφέ μου; Ρώτησε ο Ντον πριν ακόμα προλάβει ο φίλος του καλά καλά να απαντήσει το τηλέφωνο.
-Μην ανησυχείς για μένα Τονίνο, είμαι συνηθισμένος στην εγκράτεια. Πολλές φορές σκέφτομαι πως ίσως θα μου ταίριαζε να γίνω μοναχός στο τάγμα του Αγίου Φραγκίσκου και να βλέπω την πόλη από το Μονρεάλε. Μετά όμως θυμάμαι πως μοναχός και εγκράτεια στην Σικελία είναι κάτι σαν ανέκδοτο και επανέρχομαι στην πραγματικότητα.
-Εγώ πάλι, την μόνη σχέση που με φαντάζομαι να έχω με το τάγμα, είναι ένα panino con la milza στην Antica Focacceria San Francesco, απέναντι από την εκκλησία του στο κέντρο του Παλέρμο.
-Τονίνο, πάντα ίδιος. Κάνε υπομονή και μη σκέφτεσαι τις βραστές σπλίνες. Σου είπα ότι μόλις πέσει ο ήλιος και δροσίσει λίγο η ατμόσφαιρα θα πάμε στον Πίτσζο. Μας περιμένει μέρες τώρα και σήμερα βρήκα χρόνο επιτέλους.
-Εσύ και ο χρόνος σου. Πάντα κάτι έχεις να κάνεις.
-Κάποιος πρέπει να φροντίσει τα κτήματα σου, φίλε μου.
-Μη ξεχάσεις να περάσεις να με πάρεις με το κονσερβοκούτι σου απόψε. Δεν έχω καμία διάθεση να φτάσω κάθιδρος στο μαγαζί.

Ο Φλόριο αν και παιδικός φίλος του Ντον Κρότσε, ήταν σχεδόν το αντίθετο από τον φίλο του. Λεπτός, ξερακιανός θα έλεγες, με τις ρυτίδες στο πρόσωπό του να τον κάνουν να δείχνει μεγαλύτερος από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Ο ένας γόνος πλούσιας οικογένειας, μεγαλωμένος με άνεση και ασφάλεια ακόμα και στις δύσκολες εποχές που η Μαφία είχε τον έλεγχο του νησιού. Δεν του έλειψε ποτέ τίποτε και αν κάτι τον ξεχώριζε από τους υπόλοιπους συνομηλίκους του ήταν η αγάπη του για την γαστρονομία. Και το κρασί. Ο Ντον Κρότσε, Τονίνο για τους παιδικούς του φίλους, κληρονόμησε την αγάπη αυτή μαζί με αρκετά κτήματα σε όλο το νησί από τον πατέρα του.

Ο άλλος είχε όλα τα φόντα να γίνει μικροαπατεώνας. Ο πατέρας του, Κάρλο Μπρούτι, ήταν πιτσαϊόλο σε μια μεγάλη πιτσαρία στην Via Vittorio Emanuele αλλά περισσότερες ώρες περνούσε στο μπακάλικο της γειτονιάς απ’ότι ανοίγοντας ζυμάρι. Μη φανταστείς τίποτα περίεργο, χαρτιά έπαιζε ο άνθρωπος. Απλά μερικές φορές δεν είχε αρκετά χρήματα για να πληρώσει τα χαμένα στα χαρτιά και το ηλεκτρικό ρεύμα. Κυνηγημένος από τους λογαριασμούς και από έναν επαγγελματία χαρτοπαίχτη, στον οποίο χρωστούσε λεφτά, ο Κάρλο μάζεψε την φαμίλια και μετακόμισε στην Cefalu, όπου ο θείος της γυναίκας του που είχε φύγει στην Αμερική είχε ένα σπίτι άδειο και άγνωστο στους πολλούς.

Στην Cefalu περνούσε τα καλοκαίρια του και ο Ντον Κρότσε ο πρεσβύτερος. Η Cefalu εκείνη την εποχή δεν είχε καμία σχέση με τον κοσμοπολίτικο προορισμό του σήμερα. Στην πόλη κυκλοφορούσαν μόνο ντόπιοι, λίγοι Παλερμέζοι που ήθελαν να περάσουν μερικές μέρες μακριά από την φασαρία της μεγάλης πόλης και αρκετοί μαφιόζοι που είχαν τακτικές «δουλειές» στο λιμάνι της πόλης. Όλοι όμως είχαν κάτι κοινό. Όλοι απολάμβαναν το εξαιρετικό φαγητό. Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος που ο Ντον Σίλβιο Κρότσε επέλεγε τον τόπο αυτό για τις λίγες μέρες ξεκούρασης αντί για την Ταορμίνα, που πολλοί του έλεγαν πως ταιριάζει καλύτερα στο προφίλ του. Άσε που στην Taormina έβρισκε κανείς και τον επίσκοπο του Παλέρμο τα καλοκαίρια και είναι γνωστό πως στην Σικελία είναι καλό να περνά κανείς χρόνο με τον επίσκοπο. Αλλά ο επίσκοπος δεν είχε καθόλου γούστο στο φαγητό και αυτή ήταν η κόκκινη γραμμή, που ο Ντον Σίλβιο δεν θα περνούσε ποτέ.

Στους δρόμους της Cefalu δεν υπήρχαν οι κανόνες του Παλέρμο. Τα παιδιά δεν κινδύνευαν από μια “τυχαία” έκρηξη ή να χτυπηθούν από ένα τζιπ γεμάτο καραμπινιέρι που θα έτρεχε χωρίς να κόβει ταχύτητα πουθενά. Στην Cefalu ο Τονίνο και ο Φλόριο ήταν δύο ακόμα παιδιά που έκαναν βουτιές στην άκρη της προκυμαίας. Δύο παιδιά που έπαιζαν μπάλα, έκαναν κρυφά τα πρώτα τους τσιγάρα -o tempora o mores- και έτρωγαν φραγκόσυκα που έκοβαν με τους σουγιάδες από την άκρη των δρόμων. Ο Τονίνο και ο Φλόριο πέρασαν αρκετά καλοκαίρια παρέα και όταν κάποια στιγμή η οικογένεια Μπρούτι πήρε την απόφαση να επιστρέψει στο Παλέρμο και να πιάσει ένα σπίτι στην Via Cappuccinelle, οι δύο νέοι έγιναν πλέον φίλοι αχώριστοι.

Ο Φλόριο πάτησε νευρικά την κόρνα της Alfa Sud δύο φορές νευρικά.

-Τι θα γίνει, Ντον Κρότσε, θα ξεκινήσουμε ποτέ ή έχεις μαγευτεί τόσο πολύ από το πρόσωπό σου στον καθρέπτη που θα σε περιμένω όλο το βράδυ εδώ;
Ο Τονίνο μουρμούρισε μερικά γαλλο-σισιλιάνικα ανάμεσα στα δόντια του και βγήκε από το σπίτι σχεδόν νευριασμένος. Ήταν έτοιμος να χτυπήσει την πόρτα του γέρικου αυτοκινήτου με δύναμη αλλά ο φίλος του τον πρόλαβε με λόγια που ηρέμισαν τα αστεία νεύρα του.
– Ο Πίτσζο έφερε μια νέα μπουφάλα. Σε περιμένει να τη δοκιμάσεις.
Το πρόσωπο του Ντον άλλαξε ευθύς. Τα κατεβασμένα φρύδια και τα νεύρα έδωσαν την θέση τους σε ένα πλατύ χαμόγελο.
– Οι καταραμένοι οι Φλωρεντινοί δεν κάνουν ούτε για καλαμαράδες στο Trapani αλλά τα βουβάλια τους αξίζουν το βάρος τους σε χρυσό. Δε βλέπω την ώρα να δοκιμάσω. Ο Πίτσζο δεν με έχει απογοητεύσει ποτέ.
– Και ο Πίτζσο λέει ανέβασε μια Nero D’ Avola Gulfi από το κελάρι, ειδικά για το αποψινό βράδυ.
– Μη μου τον αναφέρεις αυτόν τον τενεκέ. Αυτός, αν τον άφηνε ο αδερφός του, θα άλλαζε όλα τα Σικελικά κρασιά με Γαλλικά. Σου λέω μια από αυτές τις μέρες θα το κάνει το έγκλημα. Άκου εκεί να συγκρίνει το Καταράτο με τα νεροζούμια του Chablis.

Η Alfa Romeo πέρασε γρήγορα μπροστά από το Teatro Politeama και τα σταντ που πουλάνε δροσερό σελτζ και έκανε αριστερά στην Via XII Gennaio. Σταμάτησε σε απόσταση μερικών βημάτων από την πλατφόρμα στο πεζοδρόμιο, στο οποίο το καλοκαίρι, που σε αυτό το μέρος του κόσμου κρατά σχεδόν το μισό χρόνο, φιλοξενεί τους θαμώνες του μαγαζιού.

– Καλησπέρα σας, κύριοι, είπε ο υπεύθυνος του μαγαζιού. Ήταν ένας από αυτούς τους νεαρούς που αν κάποιος τον έβλεπε στον δρόμο, δεν θα ήξερε αν είναι ποδοσφαιριστής, μπάρμαν ή οδηγός κάποιου μαφιόζου.
– Καλησπέρα σας, κύριε, απάντησε ο Φλόριο προλαβαίνοντας τη μάλλον αγενή απάντηση που είχε έτοιμη ο Τονίνο.
– Έχετε κάνει κράτηση; Ρώτησε ο νεαρός.
– Φυσικά, στο όνομα Παράταμας. Νικόλα Παράταμας. Απάντησε ο Ντον Κρότσε.
– Χαχαχα. Γέλασε νευρικά ο Φλόριο. Ο φίλος μου είναι γεννημένος κωμικός. Μας περιμένουν τα αδέρφια.
– Μα φυσικά, περάστε παρακαλώ, είπε ο νεαρός, που αν δεν είχε ανάγκη την δουλειά, θα είχε απαντήσει κάτι για την μητέρα του Ντον Κρότσε, σαν γνήσιος Σικελός.
Το Pizzo e Pizzo των αδερφών  Πίτσζο και Πίτζσο (μη ρωτάς γιατί το όνομα αν και ίδιο γράφετε διαφορετικά, αυτή είναι η μικρότερη διαφορά που έχουν τα αδέρφια μεταξύ τους) ήταν ένα στενόμακρο μαγαζί με πλάτος μερικά μέτρα και βάθος αρκετό ώστε αν στα τραπέζια κοντά στην είσοδο βρισκόταν μία κυρία με τις φίλες της και στο βάθος ο σύζυγος της με μια ας πούμε συνάδελφό του από το γραφείο, μπορεί στο τέλος της βραδιάς στο σπίτι τους να μην είχαν λόγο να μαλώσουν. Στην δεξιά πλευρά και για κάποια μέτρα υπήρχε ένα μπαρ στο οποίο παρέες απολάμβαναν τις νοστιμιές και τα κρασιά του μαγαζιού. Ακριβώς απέναντι από το μπαρ, μια σειρά από εντοιχισμένους συντηρητές δημιουργούσαν τον τοίχο-όνειρο κάθε οινόφιλου. Μέσα τους φιλοξενούσαν τα καλύτερα κρασιά από όλη την Ευρώπη. Μπορεί οι Βουργουνδίες και οι Ριόχες να μην έκαναν χαρούμενο τον Ντον Κρότσε, όμως η εκλεκτή πελατεία του Pizzo e Pizzo τα τιμούσε ιδιαίτερα. Άλλωστε πολλά από αυτά κανείς μπορούσε να τα βρει μόνο εκεί και πουθενά αλλού σε όλη τη Σικελία. Και ο Φλόριο πάντως δεν έχανε ευκαιρία να τα τιμήσει. Στο βάθος μια σειρά από τραπέζια και σταντ, γεμάτα κάθε βράδυ, φιλοξενούσαν κάθε καλοφαγά της πόλης, δηλαδή σχεδόν όλους. Σε αυτή τη πόλη καλύτερα να κατηγορήσεις κάποιον πως είναι απατεώνας παρά πως δεν ξέρει να τρώει.

-Θα καθίσετε εδώ κοντά μου; Στο μπαρ; ρώτησε ο Πίτσζο.
-Φυσικά, απάντησε ο Ντον Κρότσε. Μη τυχόν και κανένας σερβιτόρος σου κλέψει στις χρεώσεις ένα ποτήρι κρασί ή ένα πιάτο με ελιές και κάπαρη.
-Μην τον ακούς Πίτσζο, δεν θα καθόταν έξω με τους δικαστές και τους μεγαλοεπιχιρηματίες ακόμα και αν του έταζες όλη την παραγωγή της Donnafuggata, απάντησε ο Φλόριο.
-Λες να μην ξέρω τον φίλο μας Φλόριο; Η μέρα που ο Τονίνο δεν θα γκρινιάξει και δεν θα φορέσει το ποσέτ του, θα είναι η μέρα που θα ανησυχήσω πραγματικά.
Την ώρα εκείνη εμφανίστηκε και ο έταιρος Pizzo.
-Αγαπημένε μου Πίτζσο, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω, είπε με στόμφο ο Ντον Κρότσε. Περιμένω με αγωνία τις προτάσεις σου και απόψε. Τι ξετρύπωσες από την Ισπανία πάλι, βρε σατανά;

Κανένας δεν παραξενεύτηκε. Ο Τονίνο ήταν η επιτομή του Σικελού.
-Πάολο, ξεκίνησε τους φίλους μας με ένα προσέκο, όσο περιμένουν. Το ροζέ για τον Φλόριο και το λευκό για τον Ντον Κρότσε. Μάριο, πες στην κουζίνα να ετοιμάσουν μια πιατέλα με όλα τα νέα προϊόντα. Τίποτα δεν θα μπει στον κατάλογο αν δεν έχει την ευλογία του Ντον Κρότσε.

Εκείνη τη στιγμή το χαμόγελο του Ντον Κρότσε ήταν λίγο μικρότερο από το σύμπαν, γιατί πρέπει να χωράει κάπου. Η αλήθεια είναι πως ο Φλόριο ήταν πίσω από τα περισσότερα νέα προϊόντα. Γυρνώντας την Σικελία από το Palermo μέχρι το Noto και από την Catania μέχρι την Marsala α, εποπτεύοντας τις εκτάσεις του φίλου και εργοδότη του, δεν υπήρχε παραγωγός που να μην έχει γνωρίσει. Ό,τι ενδιαφέρον έβρισκε, το ανέφερε στα αδέρφια και εκείνοι μετά από επιλογή το πρόσθεταν αρχικά στο delicatessen, που διατηρούσαν δίπλα ακριβώς από το εστιατόριο.

– Μα τη Μαύρη Παναγία, αυτή είναι η καλύτερη μπουφάλα, που έφαγα ποτέ. Και η μορταδέλα. Φυσικά τη διαφορά την κάνει το φιστίκι που είναι από τη Modica. Και το Caciocavalo μου θύμισε αυτό που έφερνε ο Ντον Σίλβιο, θεός σχωρέστον.
Έκαναν όλοι τον σταυρό τους και κατέβασαν μια γουλιά φίνο Frappato.

-Η πρόβολα, Τονίνο, ξέρεις ότι είναι από αγελάδες που βόσκουν στο κτήμα σου στη Madonie;
-Ε, μα είναι προφανές αγαπητέ μου Πίτσζο. Η γεύση της έχει κάτι από το δικό μου στυλ. -Όλα καλά αγαπητοί μου φίλοι, αλλά αυτό ζευγάρι εκεί στη γωνία μου δίνει στα νεύρα. Ε, Πάολο, γιατί έχουν κάτσει σχεδόν πάνω από το κεφάλι μας;
-Είναι τουρίστες, Ντον Κρότσε, μην δίνετε σημασία.
-Μα πως να μη δίνω σημασία; Αυτός ο χοντρός σχεδόν μετράει τις μπουκιές μου.
-Άγγλοι θα είναι να δεις, είπε ο Πίτζσο.
-Εσύ φυσικά ξέρεις από εισαγωγές, Πίτζσο, είπε ο Ντον με ένα μειδίαμα. Λογικό είναι να τους κατάλαβες.
-Μα τι Άγγλοι λέτε, πάτε καλά; Αυτή είναι βέρα Ισπανίδα, είπε ο Φλόριο.
-Σα να έχεις δίκαιο, είπε ο Ντον. Δεν έχω δει ποτέ τόσο ωραία Αγγλίδα και έχω περάσει ένα σωρό καλοκαίρια στην Panarea. Άσε που εκτός από άσχημες, αυτές μετά από κάνα δυο μέρες στον ήλιο της Σικελίας είναι πιο κόκκινες από τη σάλτσα ντομάτας, που έβαζε στις πίτσες ο πατέρας του Φλόριο.
-Εγώ πάντως αυτόν τον κάνω για Λιβανέζο. Δεν μου κάνει για Ισπανός. Να δεις που θα έχουν ραντεβού με κανένα “φίλο των φίλων” και για αυτό κοιτάζει το κινητό του ασταμάτητα. Άσε που για να επιμένει τόσο πολύ να κάτσει εδώ μάλλον θα είχαν κανονίσει το ραντεβού τους εδώ μέσα στον κόσμο. Ντον Κρότσε, δε ξέρω για σένα αλλά εγώ έχω πρωινό ξύπνημα. Νομίζω ότι είναι ώρα να πηγαίνουμε, είπε ο Φλόριο με έναν τόνο φωνής ανάμεσα στο αστείο και το φοβισμένο.
-Φίλε μου, όχι ότι θα φοβόμουν την συνύπαρξη ανάμεσα σε middle easterners και «φίλους των φίλων», είναι γνωστό πως έχω μεγαλώσει μέσα στην αλητεία -όλοι χαμογέλασαν- αλλά δεν θα ήθελα να σε αφήσω να οδηγείς το μπρίκι που λες αυτοκίνητο, μόνος σου στους δρόμους του Παλέρμο τέτοια ώρα.

Οι δυο φίλοι καληνύχτισαν την παρέα τους και οι άτυχοι αδερφοί έμειναν πίσω με την ελπίδα ότι το μαγαζί τους δεν θα είναι πρωτοσέλιδο την επόμενη μέρα στην Gazzeta de Sicilia.
Ο εύσωμος κύριος, μόλις είδε την αποχώρηση του Ντον Κρότσε και του Φλόριο, πλησίασε τον Παόλο.
-Excuse me, could we take the seats that just opened in the bar?
-One moment please. I talk to manager. He tell me and you sit then, απάντησε με άψογα σικελικά αγγλικά ο Πάολο.
-Κύριε Πίτσζο, το ζευγάρι ζήτησε να καθίσει στο μπαρ, στις θέσεις που άδειασαν. Τι να τους πω;
-Τι ρωτάς τώρα; Ξεχνάς τι έκαναν εκείνοι οι Λιβανέζοι στο Ferro di Cavallo όταν δεν τους εξυπηρέτησαν; Σου λέω αυτοί οι τύποι έχουν διασυνδέσεις. Βιάσου να τους βολέψεις άμεσα.
-Sir, sit down please
-Αγάπη μου σωθήκαμε, μας βόλεψε στο μπαρ, είπε ο κύριος στην συνοδό του σε μια γλώσσα που θα μπορούσε να είναι ακόμα και Λιβανέζικα.
-Thank you very much. We just came from Greece. It’s our first night in Palermo and we are so happy you found us a place to sit, είπε με οξφορδιανή προφορά η πρώην Ισπανίδα και νυν Ελληνίδα.
-Αφεντικό, Έλληνες είναι τελικά. Μήπως βιαστήκαμε να βγάλουμε συμπεράσματα; είπε ο Πάολο.
-Μάμα μία, τελικά μας έχει γίνει συνήθεια να βλέπουμε το χειρότερο πρώτα. Άτιμη Σικελία, μας έχεις κάνει δύσπιστους στα πάντα.
-Could we have a glass of prosecco each please? I’d like the rose and my wife the white please. And if it’s possible we would like to taste as many as possible of Sicilian wines and charcuterie.
-Αφεντικό, αυτοί θέλουν Σικελικά κρασιά και ζήτησαν περίπου αυτά που πρότεινες στον Ντον Κρότσε και στον Φλόριο, είπε ο Πάολο.
-Σέρβιρε τους ανθρώπους, Πάολο. Αφού γλυτώσαμε τα χειρότερα απόψε, ας χαρούν αυτοί με τη χαρά μας. Και ας φωνάξει κάποιος τον Πίνο από την πόρτα. Είχε παίξει μια χρονιά ποδόσφαιρο στο Torino και αναγκάστηκε να μάθει να μιλάει αγγλικά για να του δίνουν καμιά πάσα οι ξένοι που είχε κουβαλήσει ο πρόεδρος της ομάδας. Και θέλουν να μάθουν για τα Σικελικά κρασιά, ε; Τι κρίμα που έφυγαν ο Ντον Κρότσε και ο Φλόριο.

Η ιστορία είναι προφανώς φανταστική, αλλά εξίσου φανταστική με την άλλη έννοια του όρου ήταν η επίσκεψη μας στο Pizzo e Pizzo στο Παλέρμο. Η Σικελία είναι ένας εκπληκτικός προορισμός για πολλούς λόγους. Σίγουρα ένας από τους κορυφαίους είναι αυτό το μαγικό μαγαζί.

Ο «Λιβανέζος» και η «Ισπανίδα»