Δηλαδή, πείτε τώρα. Την αλήθεια, όχι σάλτσες. Όλοι είχατε πάει στη Βαρκελώνη. Όλοι, εκτός από εμάς; Με το αίσθημα, με τις κολλητές, για το γύρο της Καταλονίας, με τον Θρύλο εκτός έδρας, γαμήλιο ταξίδι, κουλτούρα και βουτιά στην αρχιτεκτονική του Γκαουντί ή σκέτη βουτιά στην Μπαρσελονέτα. Όλοι, μα όλοι; Εκτός από εμάς. Ήμουν να σκάσω. Κι επειδή δεν πήγαμε πέρσι στα γενέθλιά μου, όπως ήταν προ πολλού κανονισμένο, ήμουν να σκάσω ακόμα περισσότερο. Σαν εκείνο τον μικρό Κορσικανό στον Αστερίξ, που κρατούσε την αναπνοή του όταν θύμωνε.



Φέτος το δώρο μου ήταν μια σπουδαία και ιδιαίτερη κράτηση στη Βαρκελώνη τη μέρα των γενεθλίων μου σε ένα σπουδαίο εστιατόριο. Θα σας τα πω όλα σύντομα. Οπότε ήρθε η ώρα μου επιτέλους. Μαζί με χιλιάδες άλλους τουρίστες που την ονειρεύονταν αυτή την πόλη, όπως κι εγώ. Σου λέει, τέλος Μαΐου. Θα αποφύγουμε τις ορδές του καλοκαιριού. Θα περπατήσουμε άνετα. Θα μπούμε στη Σαγράδα Φαμίλια χωρίς να κινδυνεύουμε να τσαλαπατηθούμε σα να μας κυνηγούν οι ταύροι στην Παμπλόνα. Αμ δε, χρυσό μου. Θα έχει κόσμο. Θα έχει ζέστη πολλή. Θα έχει αγορίστικα και κοριτσίστικα μπάτσελορ πάρτυ από νεαρά Αγγλάκια, που βιάζονται να παντρευτούν. Η κατακλείδα είναι ότι δε θέλω να φαντάζομαι πόσο κόσμο έχει τον Αύγουστο. Ούτε πόση ζέστη. Αλλάζαμε ρούχα τρεις φορές τη μέρα. Άλλο που δε θέλαμε δηλαδή. Τι τα φέραμε τα συνολάκια;



Η Βαρκελώνη είναι από εκείνες τις πόλεις, που θα ήθελα να την έχω δει δέκα ή δεκαπέντε χρόνια πριν, πριν το Instagram. Δεν είμαι καθόλου παρελθοντολάγνα, όμως νιώθω ως first-timer στην πόλη ότι το ιστορικό και εμπορικό της κέντρο αλώθηκε πλήρως από τον τουρισμό. Τις μέρες που ήμασταν εκεί, η καταλανική κυβέρνηση ακύρωσε 60000 άδειες Airbnb προσπαθώντας να ισορροπήσει την κατάσταση. Παρ’ όλο τον κακό χαμό, αδράξαμε την ευκαιρία και ξεχυθήκαμε στους δρόμους. Είχαμε πέντε μέρες στη διάθεσή μας και είχαμε σκοπό να μην αφήσουμε πέτρα, που δεν έχουμε σηκώσει ή ακόμα πιο σωστά -in a proper M&M manner- να μην αφήσουμε σκαμπό wine bar, που δεν έχουμε δοκιμάσει. Εντάξει, υπερβολή ήταν αυτό. Δεν τρώγαμε τα σκαμπό. Ή μάλλον μόνο αυτά δε φάγαμε.



Τι να δεις στη Βαρκελώνη, ιδίως αν πηγαίνεις πρώτη φορά. Αυτή είναι μια πολύ καλή ερώτηση και φυσικά εξαρτάται από τις μέρες που έχεις στη διάθεσή σου. Αναλόγως λοιπόν από το αν επιθυμείς να τα δεις όλα ασθμαίνοντας ή θέλεις να χαλαρώσεις και λίγο, η λύση είναι μία. Διαίρει και βασίλευε. Διάλεξε τι είναι σημαντικό για σένα, μοίρασε στόχους ανά μέρα και βουρ στο ψητό. Η δική μας τουριστική αναδρομή δεν είναι ανατρεπτική. Κάναμε ό,τι έπρεπε/αντέχαμε και αφήσαμε και δυο σημεία για την επόμενη φορά. Πήγαμε στο μουσείο Picasso (Picasso+Makis=LFE) αλλά δεν πήγαμε στο μουσείο Miró. Πήγαμε στο Caixa Forum για να δούμε Rubens αλλά δεν πήγαμε στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης. Όμως η λέξη κλειδί στη λίστα με τα mega αξιοθέατα στην πόλη είναι Antoni Gaudí. Ο Καταλανός αρχιτέκτονας, που άφησε πίσω του συντρίμμια κάποια από τα πιο γνωστά και αναγνωρίσιμα κτίρια στον κόσμο, όπως η περίφημη, συγκλονιστική, ανεπανάληπτη Sagrada Familia, ένας ναός εκπάγλου καλλονής που εγείρει όλα τα πιθανά αισθήματα και συναισθήματα, χωρίς καν να αναφέρομαι στο θρησκευτικό. Σίγουρα δεν πρέπει να ξεχνάμε και τις διαστημικής ομορφιάς κατοικίες Casa Batlló και Casa Milà (a.k.a. La Pedrera) και βεβαίως το Park Güell, το οποίο είναι ένα ολόκληρο πάρκο, στο οποίο καθετί είναι σχεδιασμένο από τον Gaudí. Δε χρειάζεται να σας συμβουλεύσω να μη χάσετε αυτή την ευκαιρία, κατά τη γνώμη μου επιλέξτε τη Sagrada Familia και τουλάχιστον ένα ακόμα από τα συγκεκριμένα τοπόσημα. Έχουν πια όλα εισιτήριο, ακόμα και το πάρκο που έως και πριν λίγα χρόνια ήταν ελεύθερο. Φροντίστε νωρίς για τα εισιτήριά σας. Δε μπορώ να το τονίσω αρκετά. Μην τα αφήσετε για τελευταία στιγμή, όπως ένα γνωστό ζευγάρι που έχασε την ευκαιρία να δει την Casa Batlló από αμέλεια. Τι άνθρωποι… Όχι, δεν τους ξέρετε. Από το χωριό.


Οι γειτονιές της Βαρκελώνης, που θα σας απασχολήσουν είναι κυρίως οι κεντρικές, δηλαδή El Born, Barrio Gótico, Gracia, Eixamble και η Barceloneta, αν θέλεις να κολυμπήσεις ή είσαι κάτω από 35 χρονών. Φροντίστε εγκαίρως και για τις διανυκτερεύσεις σας, καθώς η διαμονή απεδείχθη εξόχως κοστοβόρα. Εμείς, χωρίς να επιλέγουμε ξενοδοχείο πολυτελείας ως συνήθως, αποφασίσαμε να μείνουμε κεντρικά ώστε να ανακαλύψουμε την πόλη πεζή και καταλήξαμε στο El Born, ακριβώς πίσω από τον πασίγνωστο πεζόδρομο Las Ramblas και επίσης ακριβώς πίσω από την Boqueria. Τυχαίο; Δε νομίζω.



Πεζόδρομοι υπάρχουν πολλοί στην πόλη, η Las Ramblas όμως είναι εκείνο το μαγικό μισό χιλιόμετρο, που ενώνει την Plaça de Catalunya με τη θάλασσα. Αποτελεί καταφανώς πόλο τουριστικής έλξης και δε χρειάζεται καν να σε προειδοποιήσει κανείς, το διαπιστώνεις αμέσως. Να την περπατήσετε όμως. Ο πεζόδρομος ο ίδιος είναι ποίημα, φαρδύς, με μια υπέροχη ψυχεδελική πλακόστρωση, με πανύψηλα δέντρα, με υπέροχα κτίρια αριστερά-δεξιά. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Εκτός από μισό εκατομμύριο άλλους ανθρώπους να προσπαθούν συγχρόνως με σένα να ευχαριστηθούν τη βόλτα τους. Βγες νωρίς, αλλιώς δεν υπάρχει σωτηρία. Το ίδιο ισχύει και για την Boqueria. Το πρωινό πουλί τρώει το χαμόν. Παλιά κορινθιακή παροιμία.
Και ήρθε εκείνη η ώρα η δύσκολη, που πρέπει να ξεχωρίσουμε πού θα πάτε/φάτε στην επόμενή σας επίσκεψη. Δεν υπήρξαν κακοτοπιές σε τούτο το ταξίδι. Πήγαμε διαβασμένοι, δηλαδή διαβασμένΗ και όταν χρειάστηκε να πάρουμε δύσκολες αποφάσεις όντας πεινασμένοι ή διψασμένοι, η μύτη του τυροποντικού, δηλαδή η δική μου, δε μας απογοήτευσε. Follow the nose, του είπα και κινήσαμε για την ανακάλυψη της επόμενης ηπείρου, καλά καλά, της επόμενης χρυσαφένιας κροκέτας.









Να ξεκινήσουμε από την περίφημη αγορά La Boqueria, η οποία βρίσκεται πάνω στο μεγάλο πεζόδρομο Las Ramblas. Αποφύγετε όλες τις τουριστικές παγίδες φαγητού πάνω στον πεζόδρομο και μπείτε στην αγορά. Η Boqueria είναι η μεγάλη σκεπαστή αγορά τροφίμων και γαστρονομικών ανακαλύψεων για ντόπιους και τουρίστες, καθώς παρέχει στους μεν ότι χρειάζονται για το σπίτι τους από φρέσκα φρούτα, λαχανικά, ψαρικά και κρέατα και στους δε ευκαιρία να αποδείξουν πόσο μπορείς να φας στις 9 το πρωί. Ε καλά, δε μιλάω για κάποιους συγκεκριμένους, αλλά είδαμε κάποιους Έλληνες που έτρωγαν φρέσκα όστρακα αμέσως μετά τον πρώτο καφέ της ημέρας. Πώς σας ήρθε ότι ότι ήμασταν εμείς; Έχετε αποδείξεις; Τι εννοείτε υπάρχουν φωτογραφίες;






Θυμηθείτε με και αφιερώστε μια-δυο ώρες, δε θα απογοητευτείτε. Το πλήρες όνομα είναι Mercat de Sant Josep de la Boqueria. Άγιε Ιωσήφ, βοήθειά μας, είπαμε μπαίνοντας. Περιδιαβείτε στους διαδρόμους για να έχετε μια πρώτη αίσθηση και επιλέξτε το πρώτο μεζεδάκι. Και μετά το δεύτερο κ.ο.κ. Προσοχή, προσοχή, μην ξαφνιαστείτε, τα περισσότερα τηγανητά, που θα δείτε να σας κλείνουν το μάτι, σερβίρονται σε θερμοκρασία δωματίου. Κάποιες επιχειρήσεις προσφέρουν και καθίσματα, όχι πολλές. Από τα σάντουιτς με τα μαγικά τους αλλαντικά (χαμόν λέμε και κλαίμε) ως τις τρίπατες τορτίγιες (μην μπερδευτείτε, αυτές είναι οι ομελέτες τους) ή τα καλαμαράκια με αυγά ως και τα χαριτωμένα χωνάκια με μιξ τυριών ή αλλαντικών, για να διαλέξετε τι θα ψωνίσετε για το σπίτι. Τι εννοείτε; Εσείς τι δώρα φέρνετε στους φίλους σας, αν όχι βρωμερά τυριά και σαλάμια; Υπάρχει κι άλλη μια αγορά, που επισκεφθήκαμε, αλλά δε μας εντυπωσίασε τόσο, το Mercat de Sant Antoni. Αν βρεθείτε στην αντίστοιχη γειτονιά, μπείτε για δροσιά και για χάζι.



Όμως πριν φθάσουμε στα εστιατόρια, στα ταβερνάκια και τα wine bar, οφείλω να μοιραστώ την εξής ανακάλυψη, που λέγεται Granja M.Viader. Ένα μαγαζί παλιάς κοπής που έχει διατηρήσει το χρώμα και την αισθητική του, εξακολουθώντας να προσφέρει εξαιρετικό πρωινό, καλό καφέ, σάντουιτς παλιακά, γλυκά ολόφρεσκα και μια ατμόσφαιρα μοναδική. Μην ξεχάσετε να δοκιμάσετε το περίφημο Cacaolat, το δικό τους σοκολατούχο γάλα. Για στάση για καφέ σταματήστε στο Bar Malasang, στο Soul Café, στο Lodetto ή στην Pasteleria Chök για να τσιμπήσετε και γλυκάκι. Μιας και ήρθε ο λόγος στα γλυκά -και αμαρτίαν ουκ έχω- μπείτε για δυο ή τρεις ή δεκατρείς μπάλες παγωτό στο Gelato Collection του Albert Adrià. Της γνωστής οικογενείας βεβαίως βεβαίως.

Ας περάσουμε όμως στο παρασύνθημα. Μαζευτήκαμε εδώ απόψε… Εχμ από άλλο επεισόδιο ήταν αυτό. Φάγαμε καλά στη Βαρκελώνη, δε μας απογοήτευσε, καθώς είχαμε δισταγμούς λόγω της φοβερής τουριστίλας. Το πρώτο μας βράδυ ήταν μοναδικό. Εκείνη η κράτηση, που ανέφερα. Θα πω μόνο αυτό για τώρα. Disfrutar ή το καλύτερο εστιατόριο του κόσμου εκείνη τη στιγμή. Θα υπάρξει φυσικά ενδελεχής παρουσίαση. Συνολάκια, τακούνια, φαγητά, φιάλες, χαμούλης. Γενέθλια ντε.
Η πόλη αναπνέει φαγητό και κρασί. Δοκιμάσαμε τα πάντα, κρέας και ψάρι, θαλασσινά, πτηνά, φουά και όστρακα, ωμά, τηγανητά, ψητά. Μην πείτε ότι κάτι ξέφυγε από το ραντάρ. Από σούπερ hip μαγαζιά ως το ταπεινότερο ταβερνάκι και όλα αυτά τα …χαμαιτυπεία για τα οποία έχουμε γίνει διάσημοι ή και διαβόητοι ίσως. Τα άχαστα του ταξιδιού είναι όμως λίγα. Λίγα;















Να σας θυμίσω την ισπανική απάτη, μη μπερδευτείτε, όπου διαβάζετε bar, μην περιμένετε απαραίτητα κοκτεϊλάκια και ποτά, μιας και πολύ συχνά είναι εστιατόρια ή resto-bar με ζεστή κουζίνα. Όπου υπάρχει κρασί στην Ισπανία, υπάρχει και φαγητό. Όπως στο Contracorrent Bar, μια όαση δίπλα στο Mercat de Sant Antoni, όπου φάγαμε υπέροχα μικρά πιάτα, όπως ταρτάρ και μελιτζάνες και στρείδια με υπέροχα ταιριαστά ποτήρια κρασί, όπως στο Bar Bocata, με την απίθανη σαλάτα με τα πολλά είδη ντομάτας, τις σαρδέλες και την ιδιαίτερη τονοσαλάτα αλλά και το υπερχιπστεράδικο (και λίγα λέω) Bar Torpedo με τα ζουμερά σάντουιτς και τις χρυσαφένιες τηγανητές πατάτες στον πλαστικό δίσκο. Αν πάτε στην Τορπίλη, μην παραγγείλετε ποτήρι κρασί, it’s a big no, ακούστε τη θεία Μαρούλα, ενώ αντίθετα η λίστα είναι μεγάλη με natural φιάλες. Το Canvis Nous και το Mon Vinic είναι τα πιο καθαρόαιμα wine bars, το πρώτο πολύ πιο χαλαρό νατουραλάδικο με ωραίες μουσικές και ωραία μπέργκερς στη μπάρα και το δεύτερο πιο ιντάστριαλ και τρομερά εντυπωσιακό, με εξαιρετική εξυπηρέτηση, τα πιο ωραία ψυγεία που έχετε δει ποτέ, εντυπωσιακή λίστα κρασιών και ακόμα πιο εντυπωσιακή συλλογή τυριών. Ποιος τρώει τυριά θα αναρωτηθείτε; Ξέρω κι εγώ; Πώς σας ήρθε;









Κατά τη διάρκεια της μέρας, έτσι γιατί είμαι ανάποδη, από το βράδυ σας γυρίζω στο μεσημέρι, αναζητήστε -όταν είστε ιδιαίτερα σκασμένοι από τη ζέστη- τη δροσιά ενός βερμούτ, λευκού ή κόκκινου, στο Morro Fi. Εκεί μη χάσετε τα πατατάκια σήμα κατατεθέν με ξύδι και πάπρικα και ένα πιάτο μεζέ, που θα διαλέξετε εσείς από τη βιτρινούλα στο μπαρ. Αγκινάρες, πιπερίτσες με αντζούγιες και ελιά, χταπόδι, όλα δελεαστικά, όλα μούρλια. Ένα βερμούτ είναι λίγο πολύ λίγο, κατεβαίνουν εύκολα τα άτιμα. Επίσης περπατώντας στα στενά της γοτθικής γειτονιάς αν πέσετε πάνω στην Xarcuteria la Pineda κι έχετε μια λιγουρίτσα για λεπτοκομμένες φέτες ωριμασμένου ισπανικού χοιρινού ποδαριού, μπείτε. Μπείτε. Εκεί θα δείτε μια εντυπωσιακή σειρά από τα προαναφερθέντα ποδάρια, ζητήστε μια ποικιλία (ρωτήστε πόσο κοστίζει αλλά αξίζει) και απολαύστε με ένα ποτήρι ζουμερό κόκκινο κρασί από το Priorat, ας πούμε. Αν πάλι η όρεξή σας ζητά και διεθνή αμπελώνα, αναζητήστε τη Vila Viniteca, με πολύ ενδιαφέρουσα επιλογή σε ποτήρια από προσιτές μέχρι και ακριβές προτάσεις σε πολύ σοβαρές φιάλες με μεγάλο delicatessen για να ψωνίσεις και λογιών λογιών ντόπια καλούδια.






Και τώρα περνάμε στα πονηρά, με πρώτο το El Xampanyet, μια παλιά μπάρα με κάποια τραπέζια και αναμονή στον πεζόδρομο αν φθάσεις στην ώρα αιχμής του μεσημεριού. Εδώ μπες για την εμπειρία, δοκίμασε οπωσδήποτε το αφρώδες λευκό κρασί που σερβίρουν σε παλιάς κοπής μικροσκοπικό ποτήρι της σαμπάνιας και συνέχισε με δροσερή μπύρα. Οι μεζέδες είναι όλοι εκλεκτοί. Δες τι τρώνε οι διπλανοί σου και παράγγειλε. Μη χάσεις το κριτσίνι με το λαρδί. Δευτερευόντως αφήνω εδώ το La Plata, ένα μικρούτσικο γωνιακό μαγαζί με μικρή μπαρίτσα, ελάχιστα τραπέζια και ακόμα πιο ελάχιστα πιάτα. Πάρε μπύρα ή βερμούτ και δοκίμασέ τα όλα. Δίπλα σου θα πίνει τη μπύρα του ο αστυνόμος με τον κουρέα με τα ρούχα της δουλειάς και από δίπλα δυο Κινέζοι, γιατί παντού υπάρχουν δύο Κινέζοι. Δες και τον Τόνυ τον Μπουρντέν να χαμογελά σε μια φωτογραφία στον τοίχο. Τελευταίο στα πονηρά αφήνω το πιο καλά κρυμμένο, La Cova Fumada. Αυτό είναι το αληθινό ταβερνάκι της γειτονιάς, αξίζει να το ψάξεις. Μικρό και παλιό, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει. Για μένα τα καλύτερα. Ο Μάκης το βλέπει στον ύπνο του, αρχικά τα λουκανικάκια με την πάπρικα αλλά βασικά τη la Bomba. Μια μεγαλούτσικη καυτερή κροκέτα, μια αξέχαστη μεγαλούτσικη καυτερή κροκέτα. Πόσες έφαγε τελικά; Κανείς δεν ξέρει, αποτελεί αστικό μύθο πλέον. Αν αντέχουν τα πόδια σου από το περπάτημα, κάθισε όρθιος στη μαρμάρινη μπάρα να το ζήσεις, όπου θα σου γράφουν το λογαριασμό με μολύβι πάνω στο μάρμαρο μπροστά στα πιάτα σου.












Όμως δεν τελειώσαμε εδώ. Υπάρχουν ακόμα δυο μέρη, που δε γίνεται να μην αναφέρω, απλώς δε γίνεται. Το Bar Canyi ήταν αποκάλυψη. Ο chef patron Nicolás έχει κι ένα μισελενάτο εστιατόριο παραδίπλα, το Slow and Low, αλλά με το Bar Canyi μας είπε κυριολεκτικά ότι θέλει να διασκεδάσει, να ξεκολλήσει από την υπερβολική σοβαρότητα και να παίξει εκ νέου με τις παραδοσιακές ισπανικές γεύσεις. Κι έτσι έκανε. Καθίσαμε στη μπάρα και μας μαγείρεψε και μας σέρβιρε ο ίδιος. Δε μας γνώριζε ο άνθρωπος και μας φέρθηκε σα να ήμασταν οικογένεια. Φάγαμε υπέροχα και ήπιαμε δυο εξαιρετικές φιάλες κρασί ακολουθώντας τις συμβουλές του. Μη χάσετε τον ωριμασμένο τόνο με τα αμύγδαλα, τις ωμές γαρίδες, τις οποίες λούζει στο καυτό λάδι με σκόρδο και αρωματικά, το πιάτο με τα αχιβαδάκια αλλά και τη σαλάτα με τα θαλασσινά, με την οποία ξεχάσαμε το όνομά μας. Τέλος αφήνω το βαρύ πυροβολικό της πόλης, το Bar Brutal. Εκεί πήγαινε την ώρα που ανοίγει το απόγευμα, στις 7 νομίζω, για να έχεις χρόνο. Υπολόγισε δείπνο και κρασί, καθώς είναι κρίμα να χάσεις την εμπειρία των πιάτων. Όλα ήταν θαυμάσια. Το κρασί μεταμορφώνεται έτσι σε κάτι ακόμα πιο σημαντικό. Για την ακρίβεια αν δε σε ενοχλούν οι καρέκλες του μπαρ, πιάσε θέση στο πίσω μπαρ και διάβασε τον κατάλογο με ησυχία. Αν δεν καταλαβαίνεις τίποτα, ζήτησε βοήθεια. Μακάρι να είσαι τυχερός και να πέσεις σε βάρδια του Valerio, ένας φοβερός τύπος. Οι άνθρωποι είναι γνώστες και θέλουν να περάσεις καλά χωρίς να πληρώσεις ένα νεφρό. Πλην της λίστας τους, η κάβα είναι ατελείωτη. Αν δουν θέληση/επιθυμία/γυάλισμα ματιού για κάτι παραπάνω, θα μπουν στο κελάρι και θα φέρουν μια-δυο-τρεις έκτακτες επιλογές σε τιμές για όλα τα βαλάντια. Εξάλλου πάντα μπορείς να πεις πόσα χρήματα είσαι διατεθειμένος να ξοδέψεις. Το Bar Brutal είναι ένα κεφάλαιο μόνο του. Παραλίγο θα χάναμε την πτήση.












Η Βαρκελώνη όμως είναι πολλά περισσότερα από τα αμιγώς τουριστικά σημεία. Όταν απομακρυνθείς από τη βαβούρα βλέπεις μια πόλη όμορφη, περιποιημένη, απλωτή, με υπέροχη αρχιτεκτονική και κτίρια συντηρημένα άψογα, με φροντίδα για τον πολίτη και τον τουρίστα. Πεζόδρομοι, πλατείες, δημόσιοι χώροι με καθίσματα για να ξαποστάσεις. Ας μην ξεχνάμε κι άλλα πλεονεκτήματα, όπως το φαγητό και τα βερμουτάκια. Άντε και το κρασί. Περάσαμε καλά; Περάσαμε τέλεια! Δε βιάζομαι να ξαναγυρίσω αλλά σίγουρα θα επιστρέψουμε για να τριγυρίσουμε λίγο και στην επαρχία πέριξ της πόλεως. Όμως θα είναι φθινόπωρο ή άνοιξη. Σκέπτομαι ότι θα μπορούσε να είναι Οκτώβρης ή Μάρτης ή Απρίλης. Να τη δούμε διαφορετικά. Έτσι κι αλλιώς της αξίζει μια επανάληψη.






Ας κλείσουμε αποδεχόμενοι το προφανές. Η Βαρκελώνη είναι σούπερ τουριστίκ. Μη σε φοβίζει όμως. Λίγο σαν τη Σαλώμη με τα πέπλα, πρέπει να σηκώσεις τα πρώτα για να δεις τι κρύβεται από κάτω. Και χωρίς να κινδυνεύσεις να σου κόψει κανείς το κεφάλι, σαν τον καημένο τον Πρόδρομο.


Ακούσατε, ακούσατε! Extra tips προς ναυτιλομένους. Μεγάλη προσοχή στην περιώνυμη σιέστα των Ισπανών, όλα μα όλα τα μαγαζιά κλείνουν το μεσημέρι. Εντάξει, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Μην περιμένετε να φάτε μεσημεριανό στις 3, μάλλον δε θα βρείτε κάτι της προκοπής και θα καταλήξετε σε φαστφουντάδικο αντί να τρώτε χρυσοτηγανισμένες κροκέτες με τσορίθο. Επίσης, ειδικά στη Βαρκελώνη, αν η παρέα το σηκώνει, προτιμήστε φιάλη κρασί. Στις φιάλες θα βρείτε τεράστια ποικιλία, ιδίως στα ισπανικά κρασιά, που μπορείτε να τιμήσετε καθώς οι τιμές είναι απείρως πιο προσιτές. Τα ποτήρια στους καταλόγους στις περισσότερες περιπτώσεις μας άφησαν αδιάφορους. Πρώτα ζούμε, μετά γράφουμε. Τι θυσίες έχουμε κάνει για λογαριασμό σας;


Leave a comment