Portugal Roadtrip

Ένα απίθανο roadtrip 10 ημερών στην Πορτογαλία. Πόρτο, Ντούρο, Αβέιρο, Λισαβόνα, Σίντρα, Κασκάις! Κρασί, φαγητό και πολλά, πολλά χιλιόμετρα.

Σε αυτό τα ταξίδι πήραμε μια αυθόρμητη απόφαση να αποτυπώσουμε σε video τις εμπειρίες μας ώστε να τις μοιραστούμε μαζί σας. Όχι, δεν είμαστε vloggers και δεν σκοπεύουμε να γίνουμε. Τα video μας είναι ερασιτεχνικά, ο ήχος είναι σε κάποιες περιπτώσεις κακός και πολλά (πάρα πολλά) πλάνα απλά τα ξεχάσαμε γιατί απλά περνούσαμε καλά. Τις παραλείψεις αυτές θα προσπαθήσουμε να καλύψουμε στο κείμενό μας. Μη μας παρεξηγείτε, είμαστε αρχάριοι!

 Μέρα 1η – Porto

Όταν λέμε αυθόρμητη απόφαση, το εννοούμε. Άφιξη στο Porto αργά το βράδυ και αναγκαστικά κατευθυνθήκαμε αμέσως για το διαμέρισμα μας στο κέντρο της πόλης. Κατά τις πρωινές προετοιμασίες είπα απλά στη Μαρούλα “Λέω να γυρίσουμε μερικά video, τι λες;” και η συνέχεια στις οθόνες σας.

Στάση πρώτη για την ημέρα ο πραγματικά ξεχωριστός σιδηροδρομικός σταθμός Sao Bento. Ξέρω περίεργη επιλογή πρώτης στάσης, πριν καλά, καλά πιούμε καφέ και κυρίως βάλουμε κάτι στο στόμα μας, αλλά αν κάποιος θέλει να απολαύσει τα εξαιρετικά azulejos που κοσμούν τους τοίχους του χωρίς ορδές τουριστών, καλό θα είναι να ακολουθήσει το παράδειγμά μας.

Γρήγορη στάση για το πρώτο pastel de nata του ταξιδιού στην Manteigaria. Αυτό το γλύκισμα από φύλλο σφολιάτας και κρέμα, που κάποιοι μπορούν να πουν πως θυμίζει μπουγάτσα, είναι η εθνική ψύχωση της χώρας. Το βρίσκεις παντού, με κάθε μαγαζί να διαθέτει την δική του συνταγή και να υποστηρίζει με θέρμη πως αυτή (η συνταγή) είναι η καλύτερη. Το δικό μου αγαπημένο pastel βρέθηκε στην Λισαβόνα. Αλλά αυτό είναι μια ιστορία για επόμενες μέρες.

Pasteis tasting: δοκιμή πρώτη και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί testing tasting ( 😉 ). Πολύ καλή δομή του φύλλου. Η κρέμα είχε γεμάτο σώμα και το pastel χαρακτηρίστηκε από ευχάριστη επίγευση. Τα pasteis της Mateigaria τα δοκιμάσαμε στην συνέχεια και στην Λισαβόνα, ωστόσο αυτά του Porto μόλις είχαν βγει από τον φούρνο! Συνολικά, καταλαμβάνουν την 2η θέση στην δοκιμή μου.

Μετά την γρήγορη στάση στην Manteigaria κατάλαβα το δόλιο σχέδιο της Μαρούλας. Με πρόσχημα την λιχουδιά με τράβηξε στην είσοδο του πύργου Torre Dos Clerigos, που ω τι τύχη βρισκόταν σχεδόν στην έξοδο του pit stop μας. Ε, τι να κάνω, ακολούθησα. Ευτυχώς γιατί όντως η θέα σε ανταμείβει για την προσπάθεια έχοντας ανέβει μια σοβαρά δύσκολη σκάλα.

Από εκεί και πέρα, η βόλτα ήταν αρκετά ευκολότερη, κατηφόρα γαρ. Βλέπεις η πόλη έχει αμέτρητες ανηφόρες που σε συνδυασμό με τα 225 σκαλιά του πύργου δυσκολεύουν ακόμα και έναν αθλητικό τύπο σαν και εμένα (γελάνε και οι μπακαλιάροι του Ατλαντικού). Τόσα σκαλιά, τόσες ανηφόρες, βάλε και το δροσερό αεράκι του ποταμού, πεινάσαμε. Taberna do Largo στο τέρμα του κεντρικού πεζόδρομου της πόλης και βάλαμε μπρος το σχέδιο εξοικείωσης με τα τοπικά προϊόντα. Ένα πλατό τυριών και αλλαντικών και ένα λουκάνικο, τη farinheira, με την παραδοσιακή συνταγή του Πόρτο (με χοιρινό ή και κοτόπουλο, αλεύρι, μυρωδικά και λευκό κρασί) , για να πούμε ότι κάτι βάλαμε στο στόμα μας. Τις εντυπώσεις κέρδισαν τα τυριά, μια αίσθηση που διατηρήθηκε μέχρι το τέλος του ταξιδιού.

Στα ουσιαστικά τώρα, η πρώτη δοκιμή του περίφημου vinho verde δεν μας άφησε ιδιαίτερα ενθουσιασμένους. Πλαδαρό και υδαρές το Cas de Vila Boa ήταν καλό για αναψυκτικό μετά το περπάτημα αλλά τίποτε παραπάνω. Συνέχεια με ένα Branco Encruzado Reserva 2017, το κορυφαίο λευκό της λίστα κατά τη δήλωση του Έλληνα(!) σερβιτόρου μας. Καλύτερο από το πρώτο λευκό αλλά και πάλι τίποτα ιδιαίτερο. Η συνέχεια βέβαια ήταν διαφορετική. Ένα ερυθρό Douro από το Aneto μας έδωσε την χαρά της εισαγωγής στα διάσημα κρασιά της περιοχής ενώ μία Reserva Herdade dos Coteis, από την περιοχή του Αλεντέχο, έκλεισε ιδανικά το flight μας.

Προσπαθώντας να χωνέψουμε το ρίξαμε στις ρομαντικές βόλτες, πολλές φωτογραφίες και ένα πολύ όμορφο ηλιοβασίλεμα στον ποταμό, που όμως ας μη τρελαθούμε, τι να μας πει τώρα το Πόρτο για ηλιοβασίλεμα…

Η συνέχεια της βραδιάς μας βρήκε σε ένα από τα ακουστά εστιατόρια της πόλης, το Cafeína. Ίσως να περιμέναμε κάτι διαφορετικό, ίσως να ψάχναμε τοπικές γεύσεις, το σχετικά γαλλοπρεπές πάντως αυτό εστιατόριο δεν μας ενθουσίασε. Όλα τα πιάτα του είχαν ενδιαφέρον, κανένα όμως δεν μας έμεινε χαραγμένο στην μνήμη.

Αντίθετη ακριβώς άποψη σχηματίσαμε για την τελευταία στάση της βραδιάς μας, το Prova Wine Bar. Με μια σχεδόν ατελείωτη λίστα κρασιών σε ποτήρι και εξυπηρέτηση υψηλών αξιώσεων, δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο τρόπο για να κλείσει η πρώτη μας μέρα. Για το τυπικό να αναφέρω πως εγώ απόλαυσα μία μονοποικιλιακή Touriga National, Quinta do Cardo 2014 ενώ το κορίτσι μου ένα blend Touriga National & Rabigato, το Douro Cisne Tinto από το Muxagat. Και οι δύο επιλογές ήταν εξαιρετικές.

 Μέρα 2η – Porto

Η δεύτερη μέρα του ταξιδιού μας φαινόταν από το πρωί ότι θα είναι μεγάλη, θα είχε σχεδόν 24 ώρες (ναι, είναι το ίδιο κρύο αστείο που λέω και στο video – θα το λέω μέχρι κάποιος να γελάσει). Εγώ ως συνήθως πεινούσα. Η Μαρούλα πάλι ήθελε απλά έναν καφέ. Έτσι, με σύντομες και δημοκρατικές διαδικασίες αποφάσισα πως και εγώ καφέ ήθελα τελικά και αντί για πρωινή γαρίδα τηγανιτή, βρεθήκαμε με καφέ σερβιρισμένο σε καλές πορσελάνες στο Majestic Café. Το εν λόγω καφέ είναι ίσως το παλαιότερο εν ενεργεία καφέ της πόλης και μια ματιά μόνο αρκεί για να καταλάβεις πως κουβαλάει αυτόν τον αέρα και την πατίνα του χρόνου που πέρασε από πάνω του. Μέτριος και ακριβός καφές. Συνίσταται η επίσκεψη για την εμπειρία.

Pasteis tasting : δοκιμών συνέχεια με μια στάση στο Pastel Factory. Αρκετά καλό pastel, αλλά το φύλλο ήταν λιγότερο τραγανό από άλλα και η κρέμα λίγο πιο σφιχτή. Θέση 5η στην κατάταξη μου.

Επειδή είμαστε τουρίστες και μάλιστα φαγανοί τουρίστες δεν θα μπορούσαμε να επισκεφτούμε το Porto και να μην δοκιμάσουμε την τοπική σπεσιαλιτέ, την περίφημη francesinha. Επιλέξαμε λοιπόν το πιο φημισμένο στέκι, το Café Santiago και δώσαμε την μάχη μας. Η francesinha είναι ένα υπερμεγέθες τοστ. Δύο χοντρουλές φέτες ψωμί περιβάλλουν μία μοσχαρίσια μπριζόλα, μία γενναία φέτα χοιρομέρι και ένα πικάντικο λουκάνικο. Πάνω από το ψωμί υπάρχει μια σεβαστή ποσότητα λιωμένο κίτρινο τυρί και όλα αυτά συνοδεία ενός βουνού από πατάτες τηγανιτές. Τέλος όλα αυτά περιλούζονται από μία νόστιμη σάλτσα. Φυσικά επειδή εμείς είμαστε και premium τουρίστες, διαλέξαμε την σπέσιαλ έκδοση η οποία περιλαμβάνει και ένα τηγανητό αυγό πάνω από όλα τα προαναφερθέντα! Το φάγαμε και είμαστε εδώ για να πούμε την ιστορία. Ένα στη μέση. Τολμηροί είμαστε, όχι παλαβοί!

Με στόχο να τεστάρουμε τις αντοχές της καρδιάς μας, μετά από την μάχη με την francesinha πήραμε τον δρόμο προς την απέναντι όχθη, τη Villa Nova de Gaia, όπου βρίσκεται η γειτονιά που στεγάζει τα port houses. Η διαδρομή με τα πόδια άκρως ευχάριστη μέχρι την στιγμή που αντικρίσαμε την ανηφόρα προς το Taylor’s Port Wine. Ακούστε την συμβουλή μου. Αν επιλέξετε το Taylor’s για επίσκεψη, πάρτε ένα ταξί. Η καρδιά σας θα σας ευγνωμονεί. Ειδικά αν έχει προηγηθεί μια francesinha.

Η επίσκεψη στο Taylor’s αξίζει την ανηφόρα. Το κελάρι με τα εκατοντάδες βαρέλια βυθισμένα στο ημίφως είναι ένα θέαμα που κάθε οινόφιλος θα εκτιμήσει. Interactive εγκαταστάσεις, προβολές video μέχρι και selfie spot με κάμερα που σου στέλνει την φωτογραφία στο email σου, είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία δείχνουν πόσο σοβαρά παίρνουν οι φίλοι μας οι Πορτογάλοι το θέμα του οινοτουρισμού. Το κλείσιμο της επισκέψιμης διαδρομής γίνεται στους περίφημους κήπους του κτήματος. Ένας όμορφος χώρος που οι επισκέπτες τον δανείζονται από τους πραγματικούς ιδιοκτήτες του, τα παγώνια του κτήματος. Είναι γνωστό πως η αγάπη μας για το Port είναι περιορισμένη, όπως άλλωστε και οι γνώσεις μας. Μείναμε στις δύο επιλογές που συνοδεύουν το πακέτο του τουρ. Ένα λευκό Port, που συνήθως αποτελεί την βάση για το cocktail Port tonic και ένα Late Bottled Vintage 2014.

Στην επιστροφή μάθαμε από τα λάθη μας και χρησιμοποιήσαμε το τελεφερίκ για να μας ανεβάσει από την όχθη του ποταμού Douro στο δεύτερο -και ψηλότερο- επίπεδο της γέφυρας που ενώνει τις δύο όχθες. Το τελεφερίκ προσφέρει εξαιρετική θέα της πόλης από ψηλά. Πίσω στην πλευρά του Porto πάλι, κατευθυνθήκαμε προς ένα από τα κυριότερα αξιοθέατα της πόλης, ένα βιβλιοπωλείο. Οκ, δεν είναι ένα απλό βιβλιοπωλείο, είναι ίσως το ομορφότερο βιβλιοπωλείο που έχεις δει ποτέ και το παλαιότερο εν λειτουργία της χώρας. Livreria Lello και ο θρύλος λέει πως η ιδιαίτερη διακόσμηση και η ατμόσφαιρα που αποπνέει έδωσαν την έμπνευση στην J.K. Rowling για την δημιουργία το κόσμου του Harry Potter. Η είσοδος πραγματοποιείται με εισιτήριο, οι ουρές έξω από το βιβλιοπωλείο είναι επικές και ο κόσμος στο εσωτερικό του φτάνει σε κωμικές ενέργειες για να εξασφαλίσει λίγο χώρο για μία φωτογραφία στις ιδιαίτερες γωνιές αλλά κυρίως στην περίφημη κόκκινη σκάλα!

Τόσο περπάτημα, τόσες ανηφόρες και τι έχουμε φάει; Με ένα τοστ ήμασταν από το πρωί. Ώρα για φαγητό λοιπόν. Flor dos Congregados για μια πραγματική εικόνα της κουζίνας του Porto. Ένα slow food restaurant με νόστιμα πιάτα και πολύ καλή εξυπηρέτηση. Το pairing μας ήταν μάλλον περίεργο μιας και η λογική λέει πως με τα πιάτα μας (σαρδέλες, χοιρινό, μπακαλιάρος) ένα λευκό θα ταίριαζε καλύτερα, ωστόσο όταν δοκιμάσαμε το καλύτερο Vinho Verde που είχε η λίστα σύμφωνα με την πρότασή τους, η γνώμη μας για τα λευκά κρασιά της χώρας επιβεβαιώθηκε άλλη μια φορά. Συνεχίσαμε λοιπόν με σχετικά light ερυθρά με το Holminhos Douro να κερδίζει τις εντυπώσεις της βραδιάς. Ως εκείνη την ώρα.

Τελευταία στάση στο Porto και τι άλλο θα ήταν; Φυσικά wine bar. Quay Wine Bar, στην όχθη του ποταμού με τα φώτα να δημιουργούν ατμόσφαιρα ρομάντζου και έναν ταλαντούχο μουσικό του δρόμου να κρατά το tempo. Δοκιμάσαμε δύο κρασιά, μια μονοποικιλιακή Touriga National για εμένα – Vinha Paz Reserva 2015 από την περιοχή του Dão- και ένα blend –Donna Maria Amantis από την περιοχή του Alentejo- για την Μαρούλα. Εξαιρετικές επιλογές, εξαιρετική και η θέα.

 Μέρα 3η – Douro

Το πρωινό της 3η ημέρας ήταν κάπως μουντό και έτσι η μέρα μας ξεκίνησε με προβληματισμό. Η διαδρομή από το Porto προς την κοιλάδα του Douro, μια διαρκής ανηφόρα μέσα σε σύννεφα και ελαφριά (ή όχι και τόσο ελαφριά) ομίχλη δεν μας έδινε αρχικά πολλές ελπίδες. Όλα όμως άλλαξαν μόλις βγήκαμε από την Ε.Ο. και πήραμε τον επαρχιακό δρόμο που κινείται παράλληλα στον ποταμό. Μια σχεδόν καλοκαιρινή λιακάδα μας υποδέχτηκε στην πιο φημισμένη οινοπαραγωγική ζώνη της Πορτογαλίας.

Φτάνοντας στο Douro, όποια ιδέα περί ομοιότητας της χώρας μας με την Πορτογαλία πάει περίπατο. Οι άνθρωποι της περιοχής δίνουν μαθήματα οινοτουρισμού και ανάπτυξης. Όλα τα οινοποιεία της περιοχής είναι επισκέψιμα με μόνη εξαίρεση κάποια λίγα που λόγω του premium χαρακτήρα τους κρατούν τον αριθμό των επισκεπτών χαμηλά και θεωρούν δεδομένη την επίσκεψη με προκράτηση. Κάθε διαθέσιμο τετραγωνικό μέτρο έχει φυτευθεί με αμπέλια. Αίθουσες δοκιμών παντού, wine pairings, θεματικές εκδρομές, πεζοπορία και η τελευταία τάση της μόδας, infinity pools, βρίσκονται σε κάθε γωνιά για να ικανοποιήσουν τον επισκέπτη.

Πρώτη μας στάση στην Quinta do Popa. Με πανοραμική θέα στον ποταμό και ξεκάθαρα αρτιστίκ προσέγγιση, η quinta αυτή είναι μια καλή εισαγωγή στον κόσμο του Douro. Επιλέξαμε δοκιμή των 3 premium ετικετών του οινοποιείου και μια πιατέλα με τοπικά τυριά και αλλαντικά. Η δοκιμή μας περιλάμβανε μία μονοποικιλιακή Touriga National, ένα ερυθρό Douro από παλαιά κλήματα άνω των 80 ετών και ένα κρασί Tribute στον πατέρα του οινοποιού από επιλεγμένα αμπέλια του κτήματος.

Quinta dos Carvalhas για την συνέχεια. Ακριβώς στην έξοδο της γέφυρας του Pinhao βρίσκεται ένα από τα ιστορικά οινοποιεία της περιοχής. Ένα κομψό και κλασικό tasting room φιλοξένησε την δοκιμή μας. Καθισμένοι σε ένα υπέροχο δερμάτινο Chesterfield καναπέ ξεκινήσαμε με ένα λευκό Douro, που επιβεβαίωσε την άποψη μας ότι οι Πορτογάλοι μάλλον βγάζουν τα λευκά κρασιά με το ζόρι. Στην συνέχεια τρεις διαφορετικές ερυθρές εκδοχές του Douro. Όπως μάθαμε, υπό το όνομα Douro στεγάζονται όλα τα κρασιά που προέρχονται από την περιοχή. Μονοποικιλιακά ή blend, με την σύνθεση τους να περιλαμβάνει από 2-3 ποικιλίες μέχρι και 42 (ο μεγαλύτερος αριθμός που ακούσαμε), βαρελάτα ή δεξαμενής, όλα τα κρασιά μπορούν να λάβουν το όνομα Douro. Κλείσαμε με ένα Ruby Port. Ωραίο αλλά not our cup of tea.

Μετά από μια σύντομη βόλτα στο Pinhao και μια στάση για καφέ στο πιο cult καφενείο – προποτζίδικο – ταχυδρομείο – στάση ΚΤΕΛ του Douro, ίσως και της Ιβηρικής, επιστρέψαμε στην πόλη διαμονής μας, το Peso da Regua, μια πόλη 20.000 κατοίκων στις όχθες του ποταμού. Στάση στο δωμάτιο για την απαραίτητη αλλαγή ρούχων (έχουμε και φωτογραφίες να βγάλουμε) και επίσκεψη στις παλιές αποθήκες του σιδηροδρομικού σταθμού. Όταν λέμε πως η περιοχή ζει και αναπνέει για το κρασί, το εννοούμε. Οι παλιές αποθήκες, ένα κτίσμα με περίπου 150 μέτρα μήκος και 10 μέτρα πλάτος, έχουν μετατραπεί σε έναν εξαιρετικό χώρο που φιλοξενεί booth οινοποιείων της περιοχής. Χωρισμένο σε αρκετούς μικρότερους χώρους, μεμονωμένα οινοποιεία ή κάποια συστεγασμένα, διαμόρφωσαν χώρους που ο επισκέπτης μπορεί να δοκιμάσει τα κρασιά τους, να φάει στο εστιατόριο κάθε κτήματος και να ψωνίσει ότι θα έβρισκε και στην Quinta. Έτσι, χωρίς δεσμεύσεις αποστάσεων μπορείς σε απόσταση μερικών βημάτων να δοκιμάσεις τα περισσότερα από τα κρασιά που παράγονται στο Alto Douro. Εμείς επιλέξαμε τον χώρο του Aneto για μια δοκιμή, αν και το εστιατόριο έδειχνε αρκετά ενδιαφέρον.

Αν είχε μείνει σε μένα η απόφαση μάλλον θα τρώγαμε στο Aneto, αλλά ευτυχώς τα θέματα γαστρονομίας τα έχει αναλάβει το κορίτσι μου ❤️. Ευτυχώς, γιατί διαφορετικά θα είχαμε χάσει την εμπειρία της Tasca da Quinta. Μιλάμε για ένα μικρό εστιατόριο 5-6 τραπεζιών με την πιο παραδοσιακή κουζίνα που δοκιμάσαμε στο ταξίδι μας. Το μενού μας είχε ορεκτικά από σκουμπρί και πάπια, κυρίως πιάτα δύο εκδοχές του ντόπιου χοίρου και σημαντικότερο όλων το καλύτερο κρασί του ταξιδιού μας. Όπως αποδείχτηκε, ο Guilherme, ο ιδιοκτήτης και πλέον φίλος, είναι μεγάλος λάτρης του κρασιού. Έτσι η κάβα του διαθέτει τα καλύτερα δείγματα κρασιών της περιοχής, όλα επιλεγμένα προσεκτικά από μικρούς παραγωγούς. Η δική μας επιλογή ύστερα από πρότασή του ήταν ένα Arisco Reserva από την Quinta de Tourais. Επικό κρασί που έδωσε την αφορμή για μια μεγάλη κουβέντα περί κρασιού, ταξιδιών και προτιμήσεων που έκλεισε με αμοιβαία υπόσχεση για οινική συνάντηση στην Σαντορίνη και ανταλλαγή Ελληνικών και Πορτογαλικών κρασιών! Ζήτω η Ελληνοπορτογαλική φιλία!

 Μέρα 4η – Douro & Aveiro

Ξεκάθαρα εντυπωσιασμένοι από το κρασί που ήπιαμε το προηγούμενο βράδυ, ξεκινήσαμε την 4η μέρα του ταξιδιού μας με επίσκεψη στο εν λόγο οινοποιείο. Η Quinta de Tourais είναι ένα μικρό boutique οινοποιείο και ξενοδοχείο ακριβώς απέναντι από το Peso da Regua. Ψωνίσαμε τις ελάχιστες φιάλες που μπορούμε να κουβαλήσουμε στις αποσκευές μας και πήραμε τον δρόμο για την Quinta do Crasto. Φημισμένο για τα κρασιά του εδώ και αρκετά χρόνια, το οινοποιείο αυτό απολαμβάνει νέα ύψη δημοφιλίας χάρη στην φημισμένη infinity pool που έχει θέα το ποτάμι. Παρότι ο καιρός ήταν καλός, είπαμε να μην φορέσουμε τα μαγιό μας και περιοριστήκαμε στην δοκιμή και σε μια γρήγορη πτήση(!).

Next stop, Quinta Nova. Όπως λέει το όνομα, πρόκειται για ένα νέο οινοποιείο με ηλικία μόλις 250 ετών. Ένα πραγματικά μαγευτικό μέρος με πανέμορφες διαδρομές πεζοπορίας ανάμεσα στα αμπέλια, δύο ξεχωριστά εστιατόρια, ξενώνα, εκκλησία (γιατί όχι δηλαδή), infinity pool (ναι, και εδώ) και αμέτρητες επιλογές για δραστηριότητες, από γευστικές δοκιμές μέχρι “οινοποιός για μία μέρα”. Διαλέξαμε το pairing με τα tapas γιατί κοντεύει μεσημέρι και γενικά δεν είναι να παίζουμε με αυτά τα πράγματα.

Όπως ξεκάθαρα δηλώσαμε από την αρχή, το ταξίδι αυτό είχε έναν μόνο σκοπό. Να δοκιμάσουμε. Έτσι, πιστοί στο δόγμα μας και πριν πάρουμε την σοβαρή απόφαση της ημέρας (που θα διανυκτερεύσουμε) κάναμε άλλη μια στάση για τσίμπημα στο Pinhao. Restaurante Veladouro για την δόση Ιβιρηκού χοίρου της ημέρας με ανεμπόδηστη θέα στον ποταμό και συνοδεία μιας εντυπωσιακής λιακάδας.

Μετά από τις 3 στάσεις στις κουίντες και ένα λουκούλειο γεύμα, η απόφαση για την πόλη που θα μας έβρισκε το βράδυ εξακολουθούσε να μην έχει απάντηση. Για να δώσουμε λύση στο πρόβλημα μας, ακολουθήσαμε επιστημονική προσέγγιση. Πήγαμε δηλαδή σε άλλη μία quinta. H Quinta do Seixo ανοίκει στον μεγάλο οίκο Sandeman. Η θέα από το υψηλό και εξαιρετικά προνομιακό σημείο εξαιρετική προς κάθε κατεύθυνση, δική μου αγαπημένη αυτή από τη βεράντα στην φωτογραφία στην κορυφή του άρθρου. Αποτελεί υπόδειγμα της αρχιτεκτονικής ένταξης του κτηρίου στο τοπίο. Περιηγηθήκαμε και χορτάσαμε ομορφιά. Η επίσκεψη μας δεν είχε δοκιμή γιατί τα χιλιόμετρα μπροστά μας ήταν πολλά. Πόσο πολλά δεν ξέραμε ακριβώς αλλά ξέραμε την γενική κατεύθυνση και αυτό ήταν αρκετό.

Μετά από περίπου μία ώρα στην εθνική οδό με κατεύθυνση προς την Λισσαβόνα πήραμε την μεγάλη απόφαση. Θα σταματούσαμε στο Αβέιρο, την Βενετία της Πορτογαλίας. Το Αβέιρο είναι ένα γραφικό παραθαλάσιο θέρετρο, στην όχθη του Ατλαντικού. Φημίζεται για τη Ροκοκό αρχιτεκτονική του, τα πολύχρωμα σπίτια του στα προάστια και για κάποιο περίεργο λόγο για τα κανάλια και τις βάρκες του, που κάποιοι με τολμηρή φαντασία παρομοίωσαν με γόνδολες, δίνοντας έτσι στην πόλη το παρατσούκλι της. Όσο μοιάζουν τα Τρίκαλα με την Βενετία, άλλο τόσο μοιάζει το Αβέιρο.

Πέρα από το αστείο του πράγματος, το Αβέιρο είναι μια πόλη που το καλοκαίρι σφύζει από ζωή. Στο τέλος του Σεπτεβρίου όμως τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Ωστόσο, ούτε η πεσμένη τουριστική κίνηση και τα (περισσότερα) κλειστά μαγαζιά, ούτε το κρυολόγημα που είχα πάρει (μάλλον στην λιακάδα που λέγαμε νωρίτερα) δεν ήταν αρκετά να μας στερήσουν τη μεγάλη μπακαλιαροχαρά που μας περίμενε στον κεντρικό πεζόδρομο της πόλης. Στο Cantinho do Bacalhau επιβεβαιώνονται όλα τα κλισέ για την Πορτογαλία και το εθνικό της ψάρι. Ευτυχώς. Διαλέξαμε με μεγάλη δυσκολία ανάμεσα στα δεκάδες πιάτα με μπακαλιάρο και όσα δοκιμάσαμε μας χάρισαν ένα αξέχαστο βράδυ. Φυσικά το κρασί δεν απουσίαζε ούτε από το μπακαλιαράδικο. Με δύο εντυπωσιακούς συντηρητές μέσα στο πολύ μικρό μαγαζί, οι επιλογές που είχαμε στην διάθεση μας θα ‘ντρόπιαζαν’ αρκετά “wine bar”. Επιλέξαμε μπουρμπουλήθρες και ήπιαμε στο όνομα της συνέχειας του ταξιδιού μας. Ποιο όνομα; Μα φυσικά Λισσαβόνα.